αἰνά

αἰνός
dread
neut nom/voc/acc pl (epic ionic)
αἰνά̱ , αἰνός
dread
fem nom/voc/acc dual (epic ionic)
αἰνά̱ , αἰνός
dread
fem nom/voc sg (epic doric ionic aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • -αινα — Γλωσσ. παραγωγική κατάληξη ανδρωνυμικών κυρίως ονομάτων τής ΝΕ (πρβλ. Γιώργης Γιώργ αινα, Κώστας Κώστ αινα, Βασίλης Βασίλ αινα κ.τ.ό., καθώς και γιατρός γιάτρ αινα, τσαγγάρης τσαγγάρ αινα, σταθμάρχης σταθμάρχ αινα κ.τ.ό.), που δηλώνουν τη σύζυγο… …   Dictionary of Greek

  • αἰνᾷ — αἰνός dread fem dat sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερυθρομέλας — αινα, αν (Μ ἐρυθρομέλας, αινα, αν) 1. αυτός που σε μερικά μέρη είναι κόκκινος και σε άλλα μαύρος 2. αυτός που έχει χρώμα βαθύ κόκκινο το οποίο αποκλίνει προς το μαύρο ή μαύρο που αποκλίνει προς το κόκκινο, ο κοκκινόμαυρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερυθρός + …   Dictionary of Greek

  • υπομέλας — αινα, αν / ὑπομέλας, αινα, αν, ΝΑ μαυρειδερός νεοελλ. φρ. «υπομέλας τόπος» ανατ. πυρήνας από χρωματιστά κύτταρα, ένας από κάθε πλευρά τής 4ης κοιλίας στο άνω τμήμα τής γέφυρας, με νευρομεταβιβαστή την νοραδρεναλίνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + μέλας… …   Dictionary of Greek

  • ωχρομέλας — αινα, αν / ὠχρομέλας, αινα, αν, ΝΜΑ μαυροκίτρινος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὠχρός + μελάς «μαύρος»] …   Dictionary of Greek

  • παντάλας — αινα, αν, Α πανάθλιος, δυστυχέστατος. [ΕΤΥΜΟΛ. < παντ * + τάλας «δυστυχής»] …   Dictionary of Greek

  • περιμέλας — αινα, αν, ΝΑ νεοελλ. το αρσ. ως ουσ. ο περιμέλας ζωολ. παλαιά ονομασία είδους δεκάποδου μαλακίου αρχ. πολύ μαύρος, κατάμαυρος («περιμέλας ὄνος). [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + μέλας «μαύρος»] …   Dictionary of Greek

  • ποικιλερυθρόμελας — αινα, αν, Α (για το χέλι) κατάστικτος από ερυθρές και μαύρες κηλίδες. [ΕΤΥΜΟΛ. < ποικίλος + ἐρυθρός + μέλας] …   Dictionary of Greek

  • ρυπαρομέλας — αινα, αν, Α αυτός που έχει μαύρο και ρυπαρό χρώμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥυπαρός + μέλας «μαύρος»] …   Dictionary of Greek

  • τάλας — αινα, αν, ΝΜΑ, και αιολ. τ. τάλαις και ιων. τ. τάλης θηλ. και τάλας Α άξιος λύπης, δυστυχής, ταλαίπωρος («οἴ γὼ τάλαινα συμφορᾱς κακῆς», Αισχύλ.) μσν. αρχ. (με κακή σημ.) άθλιος, ελεεινός (α. «τρόπον τὸν κακομήχανον τῆς γυναικὸς ὁ τάλας», Πρόδρ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.